"Το Πολυτεχνείο δεν θα γίνει μουσείο! Το Πολυτεχνείο ζει!", άκουσα μέσω τηλεόρασης να φωνάζει ένας νεαρός έξω από το Πολυτεχνείο πριν λίγες μέρες.
"Να μην προβάλλουμε την ιδεολογία μας ως μουσειακό είδος", είπε μόλις ο Κωστής Χατζηδάκης στην εκπομπή του Χατζηνικολάου.
Συνήθως πίσω από αυτές τις αναλογίες αναγνωρίζουμε την κρατούσα άποψη ότι τα μουσεία είναι νεκροταφεία αντικειμένων, ότι όταν βάζουμε ένα αντικείμενο σε ένα μουσείο το καταδικάζουμε σε θάνατο ή στη χειρότερη ότι έχει ήδη πεθάνει. Με άλλα λόγια, υποννοείται ότι επειδή αφαιρούμε το κτίριο, το αντικείμενο ή την ιδέα από τα συμφραζόμενά του, αυτό παύει να αποτελεί τμήμα της καθημερινότητάς μας, χάνει τη δυναμική του και τη δύναμή του να αποκτά νέες έννοιες, νέες αφηγήσεις και να εμπνέει με την παρουσία του. Αυτό είναι εν μέρει αληθές, με την έννοια ότι το αντικείμενο υφίσταται ένα 'σοκ ταυτότητας' όταν μετακινείται από το δρόμο στο μουσείο. Η παράθεση σε έναν ομοιογενή χώρο ανομοιογενών αντικειμένων διαφορετικών εποχών, πολιτισμών, συμφραζομένων (αυτό που ο Φουκώ περιέγραψε ως ετεροτοπία (Foucault, M. 1986, 'Of Other Spaces', Diacritics, 16, 22-27) μπορεί μερικές φορές να παραπέμπει σε κοιμητήριο. Και εδώ μπαίνει η συζήτηση πώς το μουσείο μπορεί να εμποδίσει η νεκροφάνεια των αντικειμένων να εξελιχθεί σε νεκρική λήθη δίνοντάς τα μια νέα ζωή.
Αυτή είναι μια ανάγνωση πίσω από τις παραπάνω συνήθεις αναφορές στα μουσεία - η κοιμητηριακή, η σχετική με το πάγωμα και τη λήθη. Όμως, νομίζω, ότι υπάρχει και μια άλλη ανάγνωση, κατά τη γνώμη μου πιο σημαντική και ίσως πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί. Νομίζω ότι πίσω από αυτές τις διατυπώσεις κρύβεται η αντίληψη που έχουμε για το μουσείο ως χώρου αυθεντίας και μονοσήμαντων ερμηνειών. Το μουσείο που ως τελικός κριτής έρχεται και αποδίδει "τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ", που αποτυπώνει σε λίγες γραμμές την αυθεντικότητα των αντικειμένων και την "αλήθεια" για αυτά. Το μουσείο που "δεν σηκώνει κουβέντα" και χαράσσει πάνω σε πλάκα τη μικρή ή μεγάλη ιστορία τους. Ο νεαρός που φωνάζει "το Πολυτεχνείο δεν είναι μουσείο, το Πολυτεχνείο ζει" ταυτίζει το μουσείο με μια άποψη, μια ιστορία, μια αφήγηση και δεν είναι διατεθειμένος να χαρίσει το Πολυτεχνείο, το δικό του Πολυτεχνείο σε κανέναν. Θέλει να έχει λόγο, θέλει να ακουστεί και φοβάται ότι σε ένα μουσείο η δική του φωνή, το "δικό του Πολυτεχνείο" μπορεί να μην έχει θέση. Και έχει δίκιο να φοβάται.
Στο δρόμο το Πολυτεχνείο ζει γιατί συζητιέται, γίνεται αντικείμενο αντιπαράθεσης ακόμα και μαλωμάτων. Στο μουσείο το Πολυτεχνείο μπορεί να πεθάνει όχι γιατί το μουσείο είναι νεκροταφείο, αλλά γιατί το μουσείο στην Ελλάδα (και όχι μόνο) δεν έχει μάθει να συζητάει, να αμφισβητεί και να αμφισβητείται. Το μουσείο πρέπει να γίνει δρόμος - Ο Duncan Cameron το είπε πριν από 40 τόσα χρόνια (Cameron, D. 1971, "The Museum: A Temple or a Forum?", Curator 14 (1): 11-24). Τότε, ίσως το Πολυτεχνείο να αξίζει να έρθει στο μουσείο.
Έτσι, νομίζω ότι οι φράσεις του νεαρού ή του Χατζηδάκη δεν κρύβουν μόνο φόβο για το θάνατο των αντικειμένων ή των ιδεών, αλλά και αγωνία για το τι θα γράφει η ταφόπλακα...
Πρέπει να είστε μέλος του Μουσειολογία για να προσθέσετε σχόλια!
Γίνετε μέλος του Μουσειολογία